ensuciar

Ορισμός και σημασία του "ensuciar"στα ισπανικά

ensuciar
01

βρομίζω

hacer que algo se vuelva sucio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ensucio
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensucia
ενεστώτα μετοχή
ensuciando
απλός αόριστος
ensució
παθητική μετοχή
ensuciado
Παραδείγματα
Cuidado de no ensuciar la mesa con comida.
Προσέξτε να μην βρωμίσετε το τραπέζι με φαγητό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store