Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensuciar
01
βρομίζω
hacer que algo se vuelva sucio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ensucio
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensucia
ενεστώτα μετοχή
ensuciando
απλός αόριστος
ensució
παθητική μετοχή
ensuciado
Παραδείγματα
No quiero ensuciar la alfombra nueva.
Δεν θέλω να λεκιάσω το νέο χαλί.



























