Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enraizado
01
ριζωμένος, βαθιά ριζωμένος
que está firmemente establecido o profundamente arraigado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enraizado
συγκριτικός βαθμός
más enraizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enraizado
αρσενικό πληθυντικό
enraizados
θηλυκό ενικό
enraizada
θηλυκό πληθυντικό
enraizadas



























