enojo
e
e
e
no
ˈno
no
jo
xo
kho
piojoflojohinojorojo

Ορισμός και σημασία του "enojo"στα ισπανικά

01

θυμός, ενόχληση

un sentimiento de irritación, enfado o ira 
enojo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su enojo era evidente por el tono de su voz. 

Ο θυμός του ήταν εμφανής από τον τόνο της φωνής του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store