enmendar
enmendar
encomendar

Ορισμός και σημασία του "enmendar"στα ισπανικά

enmendar
01

διορθώνω,τροποποιώ, کردن

corregir un error, defecto o situación incorrecta 
enmendar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enmiendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enmienda
ενεστώτα μετοχή
enmendando
απλός αόριστος
enmendó
παθητική μετοχή
enmendado
Παραδείγματα
Es necesario enmendar el documento. 

Είναι απαραίτητο να διορθωθεί το έγγραφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store