Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enmendar
01
διορθώνω,τροποποιώ, کردن
corregir un error, defecto o situación incorrecta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enmiendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enmienda
ενεστώτα μετοχή
enmendando
απλός αόριστος
enmendó
παθητική μετοχή
enmendado
Παραδείγματα
Intentaron enmendar la situación rápidamente.
Προσπάθησαν να διορθώσουν γρήγορα την κατάσταση.



























