Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enloquecedor
01
τρελαίνοντας, που προκαλεί απώλεια υπομονής
que hace perder la paciencia o vuelve loco de irritación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enloquecedor
συγκριτικός βαθμός
más enloquecedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enloquecedor
αρσενικό πληθυντικό
enloquecedores
θηλυκό ενικό
enloquecedora
θηλυκό πληθυντικό
enloquecedoras
Παραδείγματα
El zumbido de ese mosquito es enloquecedor.
Το βουητό εκείνου του κουνούπιου είναι τρελό.



























