Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfrentar
01
αντιμετωπίζω,έρχομαι αντιμέτωπος, شدن
hacer frente a una situación, persona o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enfrento
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfrenta
ενεστώτα μετοχή
enfrentando
απλός αόριστος
enfrentó
παθητική μετοχή
enfrentado
Παραδείγματα
Van a enfrentar grandes desafíos este año.
Θα αντιμετωπίσουν μεγάλες προκλήσεις φέτος.



























