Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encuadernado
01
δεμένος, σκληροδεμένος
unido con una cubierta protectora para formar un libro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más encuadernado
συγκριτικός βαθμός
más encuadernado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
encuadernado
αρσενικό πληθυντικό
encuadernados
θηλυκό ενικό
encuadernada
θηλυκό πληθυντικό
encuadernadas
Παραδείγματα
El libro recién encuadernado huele a pegamento fresco.
Το πρόσφατα δεμένο βιβλίο μυρίζει φρέσκο κόλλα.



























