Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empeñar
01
ενεχυριάζω, δανειάζω με ενέχυρο
dar un objeto como garantía a cambio de dinero, comprometiéndose a recuperarlo pagando
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
empeña
ενεστώτα μετοχή
empeñando
απλός αόριστος
empeñó
παθητική μετοχή
empeñado
Παραδείγματα
Tuvo que empeñar su reloj para conseguir dinero.
Έπρεπε να ενεχυριάσει το ρολόι του για να αποκτήσει χρήματα.
02
αφιερώνω, επενδύω
entregar, dedicar o comprometer algo, especialmente esfuerzo, tiempo o recursos
Παραδείγματα
Empeñó todos sus esfuerzos en terminar el proyecto.
Empeñó όλες τις προσπάθειές του για να ολοκληρώσει το έργο.



























