Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empeñar
01
ενεχυριάζω, δανειάζω με ενέχυρο
dar un objeto como garantía a cambio de dinero, comprometiéndose a recuperarlo pagando
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
empeña
ενεστώτα μετοχή
empeñando
απλός αόριστος
empeñó
παθητική μετοχή
empeñado
Παραδείγματα
Ella empeñó su bicicleta para comprar libros.
Ενέθηκε το ποδήλατό της για να αγοράσει βιβλία.
02
αφιερώνω, επενδύω
entregar, dedicar o comprometer algo, especialmente esfuerzo, tiempo o recursos
Παραδείγματα
Empeñó su reputación en ese negocio.
Δανείστηκε τη φήμη του σε αυτήν την επιχείρηση.



























