Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El elixir
01
στόμιο
un líquido medicinal para enjuagar la boca y mantener la higiene bucal
Παραδείγματα
Enjuágate con el elixir durante treinta segundos.
Ξεπλύνετε με το ελιξίριο για τριάντα δευτερόλεπτα.
02
ελιξήριο
una sustancia mágica o medicinal con propiedades extraordinarias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
elixires
Παραδείγματα
El elixir brillaba con una luz tenue en el frasco.
Το ελιξίριο έλαμπε με αμυδρό φως στο φιαλίδιο.



























