Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El elixir
01
στόμιο
un líquido medicinal para enjuagar la boca y mantener la higiene bucal
Παραδείγματα
Uso el elixir bucal después de cepillarme los dientes.
Χρησιμοποιώ το στοματικό ελιξήριο μετά το πλύσιμο των δοντιών.
02
ελιξήριο
una sustancia mágica o medicinal con propiedades extraordinarias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
elixires
Παραδείγματα
El alquimista buscaba el elixir de la vida eterna.
Ο αλχημιστής αναζητούσε το ελιξήριο της αιώνιας ζωής.
LanGeek



























