el elfo
el
ˈel
ελ
fo
fo
φο

Ορισμός και σημασία του "elfo"στα ισπανικά

01

ξωτικό, νεράιδα

ser fantástico, generalmente pequeño y mágico, con poderes o habilidades especiales 
el elfo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
elfos
Παραδείγματα
El elfo vivía en un bosque lleno de árboles mágicos. 

Ο ξωτικός ζούσε σε ένα δάσος γεμάτο μαγικά δέντρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store