Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El elfo
01
ξωτικό, νεράιδα
ser fantástico, generalmente pequeño y mágico, con poderes o habilidades especiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
elfos
Παραδείγματα
El elfo vivía en un bosque lleno de árboles mágicos.
Ο ξωτικός ζούσε σε ένα δάσος γεμάτο μαγικά δέντρα.



























