elegir

Ορισμός και σημασία του "elegir"στα ισπανικά

elegir
01

επιλέγω

escoger o seleccionar entre varias opciones
elegir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
elijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
elige
ενεστώτα μετοχή
eligiendo
απλός αόριστος
eligió
παθητική μετοχή
elegido
Παραδείγματα
Eligieron a María como representante de la clase.
Επέλεξαν τη Μαρία ως αντιπρόσωπο της τάξης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store