elegir
e
e
e
le
le
le
gir
ˈxiɾ
khir
gruñirasumirsentirsurgir

Ορισμός και σημασία του "elegir"στα ισπανικά

elegir
01

επιλέγω

escoger o seleccionar entre varias opciones 
elegir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
elijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
elige
ενεστώτα μετοχή
eligiendo
απλός αόριστος
eligió
παθητική μετοχή
elegido
Παραδείγματα
Voy a elegir un vestido para la fiesta. 

Πρόκειται να επιλέξω ένα φόρεμα για το πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store