Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elegible
01
κατάλληλος, επιλέξιμος
que cumple con los requisitos necesarios para ser seleccionado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más elegible
συγκριτικός βαθμός
más elegible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
elegible
αρσενικό πληθυντικό
elegibles
θηλυκό ενικό
elegible
θηλυκό πληθυντικό
elegibles
Παραδείγματα
Los ciudadanos mayores de 18 son elegibles.
Οι πολίτες άνω των 18 ετών είναι επιλέξιμοι.



























