Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El elector
01
εκλογέας
una persona con derecho a votar en una elección, especialmente para un cargo importante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
electores
Παραδείγματα
El candidato saludó a cada elector en la puerta.
Ο υποψήφιος χαιρέτησε κάθε ψηφοφόρο στην πόρτα.
Λεξικό Δέντρο
electoral
elector
elect



























