eficiente

Ορισμός και σημασία του "eficiente"στα ισπανικά

01

αποτελεσματικός, παραγωγικός

que realiza tareas con rapidez y sin desperdiciar recursos
eficiente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más eficiente
συγκριτικός βαθμός
más eficiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
eficiente
αρσενικό πληθυντικό
eficientes
θηλυκό ενικό
eficiente
θηλυκό πληθυντικό
eficientes
Παραδείγματα
El equipo trabajó de manera eficiente durante el proyecto.
Η ομάδα εργάστηκε αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store