Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eficiente
01
αποτελεσματικός, παραγωγικός
que realiza tareas con rapidez y sin desperdiciar recursos
Παραδείγματα
El equipo trabajó de manera eficiente durante el proyecto.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποτελεσματικός, παραγωγικός