Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
efectuar
01
realizar o llevar a cabo una acción o tarea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
Efectuaron el pago esta mañana.
02
realizarse o llevarse a cabo una acción o actividad
Παραδείγματα
La reunión se efectuará mañana.
LanGeek



























