Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La droga
01
φάρμακο, φαρμακευτικό σκεύασμα
sustancia utilizada para prevenir, tratar o curar enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
drogas
Παραδείγματα
No debes combinar esta droga con alcohol.
Δεν πρέπει να συνδυάσετε αυτό το φάρμακο με αλκοόλ.
02
ναρκωτικό, ψυχοτρόπος ουσία
sustancia que altera la mente y cuyo consumo puede ser ilegal o adictivo
Παραδείγματα
La droga afecta el sistema nervioso central.
Το ναρκωτικό επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα.



























