el disidente
disidente
difidente

Ορισμός και σημασία του "disidente"στα ισπανικά

01

αντιφρονούν

una persona que disiente o discrepa públicamente de una política, doctrina o autoridad establecida 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
disidentes
Παραδείγματα
El disidente político fue encarcelado por criticar al gobierno. 

Ο πολιτικός αποστάτης φυλακίστηκε επειδή επέκρινε την κυβέρνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store