Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disfrutar
[past form: disfruté][present form: disfruto]
01
απολαμβάνω, χαίρομαι
sentir placer con algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disfruto
γ΄ ενικό πρόσωπο
disfruta
ενεστώτα μετοχή
disfrutando
απλός αόριστος
disfruté
παθητική μετοχή
disfrutado
Παραδείγματα
Disfrutamos de una buena cena.
Απολαύσαμε ένα καλό δείπνο.
02
απολαμβάνω
experimentar placer o beneficio al tener o usar algo
Παραδείγματα
Ellos disfrutan de la confianza de sus compañeros.
Αυτοί απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των συναδέλφων τους.



























