Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disfrutar
01
απολαμβάνω, χαίρομαι
sentir placer con algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disfruto
γ΄ ενικό πρόσωπο
disfruta
ενεστώτα μετοχή
disfrutando
απλός αόριστος
disfruté
παθητική μετοχή
disfrutado
Παραδείγματα
Disfruto mucho la música.
Απολαμβάνω πολύ τη μουσική.
02
απολαμβάνω
experimentar placer o beneficio al tener o usar algo
Παραδείγματα
Ella disfruta de buena salud.
Αυτή απολαμβάνει καλή υγεία.



























