Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disciplinar
01
πειθαρχώ, εκπαιδεύω
enseñar a alguien a comportarse siguiendo normas o reglas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
disciplino
γ΄ ενικό πρόσωπο
disciplina
ενεστώτα μετοχή
disciplinando
απλός αόριστος
disciplinó
παθητική μετοχή
disciplinado
Παραδείγματα
Los maestros disciplinan a los estudiantes que interrumpen la clase.
Πειθαρχώ τους μαθητές που διακόπτουν το μάθημα.
02
μαστιγώνω, μαστιγώ
golpear a alguien como castigo para corregir su comportamiento
Παραδείγματα
El maestro disciplinaba a los alumnos con el látigo por desobedecer.
Ο δάσκαλος πειθαρχούσε τους μαθητές με το μαστίγιο για ανυπακοή.



























