la diligencia
diligencia

Ορισμός και σημασία του "diligencia"στα ισπανικά

01

επιμέλεια

cuidado y esfuerzo al realizar una tarea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Trabajó con mucha diligencia para terminar el proyecto. 

Εργάστηκε με μεγάλη επιμέλεια για να ολοκληρώσει το έργο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store