Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dificultar
01
εμποδίζω, δυσκολεύω
crear obstáculos o problemas que impiden que algo se realice fácilmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dificulto
γ΄ ενικό πρόσωπο
dificulta
ενεστώτα μετοχή
dificultando
απλός αόριστος
dificultó
παθητική μετοχή
dificultado
Παραδείγματα
Las complicaciones legales dificultan el proceso de venta.
Οι νομικές επιπλοκές δυσκολεύουν τη διαδικασία πώλησης.



























