Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diagnosticar
01
διαγνώζω
identificar una enfermedad o condición médica a través del examen de los síntomas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
diagnostico
γ΄ ενικό πρόσωπο
diagnostica
ενεστώτα μετοχή
diagnosticando
απλός αόριστος
diagnosticó
παθητική μετοχή
diagnosticado
Παραδείγματα
Diagnosticaron al niño con autismo a los tres años.
Διαγνώστε το παιδί με αυτισμό στην ηλικία των τριών ετών.



























