Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dialogar
01
διαλογίζομαι
hablar o conversar con otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
dialogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dialoga
ενεστώτα μετοχή
dialogando
απλός αόριστος
dialogué
παθητική μετοχή
dialogado
Παραδείγματα
Los estudiantes dialogaron sobre el proyecto.
Οι φοιτητές συζήτησαν για το έργο.



























