dialogar
dia
dja
ντγα
lo
lo
λο
gar
ˈɣaɾ
γαρ
recordarincautarexfoliarescuchar

Ορισμός και σημασία του "dialogar"στα ισπανικά

dialogar
01

διαλογίζομαι

hablar o conversar con otra persona 
dialogar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
dialogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dialoga
ενεστώτα μετοχή
dialogando
απλός αόριστος
dialogué
παθητική μετοχή
dialogado
Παραδείγματα
Los estudiantes dialogaron sobre el proyecto. 

Οι φοιτητές συζήτησαν για το έργο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store