Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El deterioro
01
επιδείνωση
empeoramiento progresivo del estado de salud o de una función del organismo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tratamiento puede frenar el deterioro.
Η θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει την επιδείνωση.



























