Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deteriorado
01
κατεστραμμένος, ζημιωμένος
que está en mal estado o ha sufrido daños
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más deteriorado
συγκριτικός βαθμός
más deteriorado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
deteriorado
αρσενικό πληθυντικό
deteriorados
θηλυκό ενικό
deteriorada
θηλυκό πληθυντικό
deterioradas
Παραδείγματα
El edificio está deteriorado y necesita reparación.
Το κτίριο είναι κατεστραμμένο και χρειάζεται επισκευή.



























