desvainar
des
des
des
vai
βai
bai
nar
ˈnaɾ
nar
destinardesatinardesopinar

Ορισμός και σημασία του "desvainar"στα ισπανικά

desvainar
01

ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω

quitar las judías o los guisantes de su vaina 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desvaino
γ΄ ενικό πρόσωπο
desvaina
ενεστώτα μετοχή
desvainando
απλός αόριστος
desvainó
παθητική μετοχή
desvainado
Παραδείγματα
Los niños ayudaron a su abuela a desvainar los guisantes. 

Τα παιδιά βοήθησαν τη γιαγιά τους να ξεφλουδίσει τα μπιζέλια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store