Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desvainar
01
ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω
quitar las judías o los guisantes de su vaina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desvaino
γ΄ ενικό πρόσωπο
desvaina
ενεστώτα μετοχή
desvainando
απλός αόριστος
desvainó
παθητική μετοχή
desvainado
Παραδείγματα
Los niños ayudaron a su abuela a desvainar los guisantes.
Τα παιδιά βοήθησαν τη γιαγιά τους να ξεφλουδίσει τα μπιζέλια.



























