desvainar

Ορισμός και σημασία του "desvainar"στα ισπανικά

desvainar
01

ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω

quitar las judías o los guisantes de su vaina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desvaino
γ΄ ενικό πρόσωπο
desvaina
ενεστώτα μετοχή
desvainando
απλός αόριστος
desvainó
παθητική μετοχή
desvainado
Παραδείγματα
Después de desvainar todos los guisantes, solo llenamos un bol pequeño.
Μετά το ξεφλούδισμα όλων των αρακάδων, γεμίσαμε μόνο ένα μικρό μπολ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store