Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La destitución
01
απόλυση, παύση
pérdida forzada de un cargo o puesto, especialmente en el ámbito político o institucional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
destituciones
Παραδείγματα
La destitución del ministro fue inmediata.
Η απομάκρυνση του υπουργού ήταν άμεση.



























