Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desplomar
01
μετακινώ, καταρρίπτω
mover o derribar algo de su posición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desplomo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desploma
ενεστώτα μετοχή
desplomando
απλός αόριστος
desplomó
παθητική μετοχή
desplomado
Παραδείγματα
El niño desplomó los libros de la estantería.
Το παιδί κατέρριψε τα βιβλία από το ράφι.
02
καταρρέω, καταπίπτω
caer repentinamente o derrumbarse
Παραδείγματα
El árbol se desplomó sobre la carretera durante la tormenta.
Το δέντρο κατέρρευσε στο δρόμο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
03
καταρρέω, καταπίπτω
caerse o derrumbarse por sí mismo
Παραδείγματα
Tras recibir la noticia, se desplomó en la silla.
Μετά τη λήψη της είδησης, κατέρρευσε στην καρέκλα.



























