Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desplomar
01
μετακινώ, καταρρίπτω
mover o derribar algo de su posición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desplomo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desploma
ενεστώτα μετοχή
desplomando
απλός αόριστος
desplomó
παθητική μετοχή
desplomado
Παραδείγματα
El fuerte viento desplomó la señal de tráfico.
Ο δυνατός άνεμος κατέρριψε την πινακίδα κυκλοφορίας.
02
καταρρέω, καταπίπτω
caer repentinamente o derrumbarse
Παραδείγματα
El viejo edificio se desplomó tras el terremoto.
Το παλιό κτίριο κατέρρευσε μετά τον σεισμό.
03
καταρρέω, καταπίπτω
caerse o derrumbarse por sí mismo
Παραδείγματα
Después de la carrera, se desplomó en el sofá.
Μετά τον αγώνα, κατέρρευσε στον καναπέ.



























