Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desplazamiento
[gender: masculine]
01
μετατόπιση, μετακίνηση
acción de mover a personas de un lugar a otro, generalmente por guerra, violencia, desastres naturales o persecución
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El desplazamiento prolongado puede generar trauma psicológico.
Η παρατεταμένη μετακίνηση μπορεί να προκαλέσει ψυχολογικό τραύμα.



























