Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despilfarrar
01
σπαταλώ, κατασπαταλώ
gastar dinero o recursos de forma excesiva e innecesaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
despilfarro
γ΄ ενικό πρόσωπο
despilfarra
ενεστώτα μετοχή
despilfarrando
απλός αόριστος
despilfarró
παθητική μετοχή
despilfarrado
Παραδείγματα
El gobierno fue acusado de despilfarrar fondos públicos.
Η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι σπαταλά δημόσιο χρήμα.



























