Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La desocupación
01
ανεργία
situación de falta de empleo o trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La desocupación ha aumentado en los últimos meses.
Η ανεργία αυξήθηκε τους τελευταίους μήνες.
02
ελεύθερος χρόνος
tiempo en el que no se realizan actividades laborales u obligatorias
Παραδείγματα
Disfruta de su desocupación leyendo y viajando.
Απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο του διαβάζοντας και ταξιδεύοντας.



























