Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La desocupación
01
ανεργία
situación de falta de empleo o trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La tasa de desocupación varía según la región.
Το ποσοστό ανεργίας ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή.
02
ελεύθερος χρόνος
tiempo en el que no se realizan actividades laborales u obligatorias
Παραδείγματα
Tiene poca desocupación entre semana.
Έχει λίγο ελεύθερο χρόνο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας.



























