Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desmayo
01
αποθάρρυνση
estado de gran desánimo o pérdida de ánimo
Παραδείγματα
No debes caer en el desmayo.
Δεν πρέπει να πέσεις σε απόγνωση.
02
λιποθυμία, συγκοπή
pérdida temporal del conocimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desmayos
Παραδείγματα
El calor le provocó un desmayo.
Η ζέστη της προκάλεσε λιποθυμία.



























