Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desistimiento
01
παραίτηση, εγκατάλειψη
acto de abandonar o renunciar a continuar una acción, esfuerzo o lucha
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desistimientos
Παραδείγματα
El desistimiento llegó tras meses de resistencia.
Η εγκατάλειψη ήρθε μετά από μήνες αντίστασης.
02
παραίτηση, απόσυρση
acto por el cual una persona renuncia o abandona una acción, derecho o procedimiento
Παραδείγματα
El desistimiento del contrato fue aceptado.
Η απόσυρση από τη σύμβαση έγινε αποδεκτή.



























