desgarrar

Ορισμός και σημασία του "desgarrar"στα ισπανικά

desgarrar
01

σχίζω, ξεριζώνω

romper o separar con violencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desgarro
γ΄ ενικό πρόσωπο
desgarra
ενεστώτα μετοχή
desgarrando
απλός αόριστος
desgarró
παθητική μετοχή
desgarrado
Παραδείγματα
Gritó de dolor cuando se desgarró el menisco.
Φώναξε από πόνο όταν σχίστηκε ο μηνίσκος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store