Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desenvuelto
01
αβίαστος, ανέμελος
que actúa con naturalidad y facilidad, sin incomodidad ni torpeza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desenvuelto
συγκριτικός βαθμός
más desenvuelto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desenvuelto
αρσενικό πληθυντικό
desenvueltos
θηλυκό ενικό
desenvuelta
θηλυκό πληθυντικό
desenvueltas
Παραδείγματα
Se mostró desenvuelto durante la entrevista.
Φάνηκε αποφασισμένος κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
02
αυτοπεπεισμένος, χαλαρός
que actúa con confianza, seguridad y sin miedo a los demás
Παραδείγματα
Se mostró desenvuelto al dar su opinión.
Φάνηκε αποφασιστικός όταν εξέφρασε τη γνώμη του.



























