Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desconfiar
01
δυσπιστώ
no tener confianza en alguien o en algo; dudar de su sinceridad o veracidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desconfío
γ΄ ενικό πρόσωπο
desconfía
ενεστώτα μετοχή
desconfiando
απλός αόριστος
desconfió
παθητική μετοχή
desconfiado
Παραδείγματα
Juan desconfiaba de los rumores sobre su compañero.
Ο Χουάν δεν εμπιστευόταν τις φήμες για τον συνάδελφό του.



























