Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desconcierto
01
αναστάτωση, αταξία
un estado de desorden, confusión o falta de organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El ataque causó desconcierto y pánico entre la población.
Η επίθεση προκάλεσε σύγχυση και πανικό στον πληθυσμό.
02
αμηχανία, σύγχυση
un estado de confusión mental, perplejidad o desorientación
Παραδείγματα
Su respuesta causó desconcierto entre los presentes.
Η απάντησή του προκάλεσε σύγχυση μεταξύ των παρευρισκομένων.



























