Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desconcierto
[gender: masculine]
01
αναστάτωση, αταξία
un estado de desorden, confusión o falta de organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El equipo jugó con desconcierto y perdió el partido.
Η ομάδα έπαιξε με αμηχανία και έχασε τον αγώνα.
02
αμηχανία, σύγχυση
un estado de confusión mental, perplejidad o desorientación
Παραδείγματα
El silencio del testigo clave generó desconcierto en el tribunal.
Η σιωπή του κύριου μάρτυρα προκάλεσε σύγχυση στο δικαστήριο.



























