Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desconcertar
01
συγχύζω, αποπροσανατολίζω
causar confusión, perplejidad o desconcierto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desconcierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
desconcierta
ενεστώτα μετοχή
desconcertando
απλός αόριστος
desconcertó
παθητική μετοχή
desconcertado
Παραδείγματα
La falta de pruebas desconcertó a la policía.
Η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων σύγχυσε την αστυνομία.



























