Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descifrar
01
convertir información cifrada a su forma original usando una clave o método adecuado
Παραδείγματα
El sistema puede descifrar los mensajes automáticamente.
02
αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ
convertir un mensaje cifrado o código en texto comprensible; entender algo complejo o misterioso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
descifro
γ΄ ενικό πρόσωπο
descifra
ενεστώτα μετοχή
descifrando
απλός αόριστος
descifró
παθητική μετοχή
descifrado
Παραδείγματα
La policía necesita descifrar la contraseña del ordenador del delincuente.
Η αστυνομία πρέπει να αποκρυπτογραφήσει τον κωδικό πρόσβασης του υπολογιστή του εγκληματία.



























