Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desatar
01
ξεδένω, αποσυνδέω
soltar algo que estaba atado o sujeto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desato
γ΄ ενικό πρόσωπο
desata
ενεστώτα μετοχή
desatando
απλός αόριστος
desató
παθητική μετοχή
desatado
Παραδείγματα
Los niños desataron la cometa antes de volarla.
Τα παιδιά λύσαν τον χαρταετό πριν τον πετάξουν.
02
πυροδοτώ, προκαλώ
provocar o iniciar algo, generalmente una reacción intensa o conflictiva
Παραδείγματα
La medida del gobierno desató protestas estudiantiles.
Το μέτρο της κυβέρνησης προκάλεσε φοιτητικές διαμαρτυρίες.



























