Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desatar
01
ξεδένω, αποσυνδέω
soltar algo que estaba atado o sujeto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desato
γ΄ ενικό πρόσωπο
desata
ενεστώτα μετοχή
desatando
απλός αόριστος
desató
παθητική μετοχή
desatado
Παραδείγματα
Desató los cordones de sus zapatos.
Ξέλυσε τα κορδόνια των παπουτσιών του.
02
πυροδοτώ, προκαλώ
provocar o iniciar algo, generalmente una reacción intensa o conflictiva
Παραδείγματα
La noticia desató protestas en toda la ciudad.
Η είδηση προκάλεσε διαμαρτυρίες σε όλη την πόλη.



























