Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desastroso
01
καταστροφικός,ολέθριος, خیلی بد،
que causa un gran daño, desastre o resultado muy negativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desastroso
συγκριτικός βαθμός
más desastroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desastroso
αρσενικό πληθυντικό
desastrosos
θηλυκό ενικό
desastrosa
θηλυκό πληθυντικό
desastrosas
Παραδείγματα
La inundación causó daños desastrosos en la ciudad.
Η πλημμύρα προκάλεσε καταστροφικές ζημιές στην πόλη.



























