Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
denegar
01
αρνούμαι, απορρίπτω
rechazar o no conceder algo que se solicita
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deniego
γ΄ ενικό πρόσωπο
deniega
ενεστώτα μετοχή
denegando
απλός αόριστος
denegó
παθητική μετοχή
denegado
Παραδείγματα
Le denegaron la solicitud de visa.
Απέρριψαν την αίτηση βίζας του.



























