denegar

Ορισμός και σημασία του "denegar"στα ισπανικά

denegar
01

αρνούμαι, απορρίπτω

rechazar o no conceder algo que se solicita
denegar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deniego
γ΄ ενικό πρόσωπο
deniega
ενεστώτα μετοχή
denegando
απλός αόριστος
denegó
παθητική μετοχή
denegado
Παραδείγματα
El banco denegó el préstamo.
Η τράπεζα αρνήθηκε το δάνειο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store