Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delicado
01
λεπτός, εύθραυστος
que es frágil y fácil de dañar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas delicado
συγκριτικός βαθμός
mas delicado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
delicado
αρσενικό πληθυντικό
delicados
θηλυκό ενικό
delicada
θηλυκό πληθυντικό
delicadas
Παραδείγματα
Este material es muy delicado.
Αυτό το υλικό είναι πολύ ευαίσθητο.
02
απαλός
que tiene una apariencia suave, sutil o poco intensa, especialmente en colores o tonos
Παραδείγματα
El vestido tiene un color delicado.
Το φόρεμα έχει ένα λεπτό χρώμα.



























