Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dedicación
01
αφοσίωση, αφιέρωση
entrega y esfuerzo constante hacia una actividad o propósito
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Trabaja con mucha dedicación.
Εργάζεται με μεγάλη αφοσίωση.



























