Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dedicación
01
αφοσίωση, αφιέρωση
entrega y esfuerzo constante hacia una actividad o propósito
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su éxito viene de la dedicación diaria.
Η επιτυχία του προέρχεται από την καθημερινή αφοσίωση.



























