Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La decoración
01
διακόσμηση, στολίδι
conjunto de elementos que se colocan para ambientar un espacio, escena o evento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La decoración del escenario hizo que la obra fuera más impactante.
Η διακόσμηση της σκηνής έκανε το έργο πιο εντυπωσιακό.
02
διακόσμηση
elemento o conjunto de elementos que se colocan para embellecer un lugar, objeto o evento
Παραδείγματα
La decoración del salón era muy colorida.
Η διακόσμηση του σαλονιού ήταν πολύ χρωματιστή.



























