decadente

Ορισμός και σημασία του "decadente"στα ισπανικά

01

εκφυλισμένος, διεφθαρμένος

que refleja decadencia, corrupción o deterioro moral
decadente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más decadente
συγκριτικός βαθμός
más decadente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
decadente
αρσενικό πληθυντικό
decadentes
θηλυκό ενικό
decadente
θηλυκό πληθυντικό
decadentes
Παραδείγματα
La moral decadente se reflejaba en las calles.
Η εκφυλισμένη ηθική αντανακλούνταν στους δρόμους.
02

εξαθλιωμένος, παλαιωμένος

que está deteriorado, viejo o en mal estado
decadente definition and meaning
Παραδείγματα
La ciudad tenía varios edificios decadentes.
Η πόλη είχε πολλά εξαθλιωμένα κτίρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store