Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cúpula
01
θόλος
una bóveda en forma de media esfera, usada para cubrir un espacio circular o cuadrado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cúpulas
Παραδείγματα
La cúpula de la basílica es visible desde lejos.
Ο θόλος της βασιλικής είναι ορατός από μακριά.



























