cósmico

Ορισμός και σημασία του "cósmico"στα ισπανικά

01

κοσμικός

relativo al universo o al cosmos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cósmico
αρσενικό πληθυντικό
cósmicos
θηλυκό ενικό
cósmica
θηλυκό πληθυντικό
cósmicas
Παραδείγματα
Estudia la energía cósmica en el laboratorio.
Μελετά την κοσμική ενέργεια στο εργαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store