Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cósmico
01
κοσμικός
relativo al universo o al cosmos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cósmico
αρσενικό πληθυντικό
cósmicos
θηλυκό ενικό
cósmica
θηλυκό πληθυντικό
cósmicas
θεματικό πεδίο
astronomía, espacio, cosmos
Παραδείγματα
El polvo cósmico se encuentra en el espacio.
Η κοσμική σκόνη βρίσκεται στο διάστημα.



























