cóncavo
cón
ˈkon
κον
ca
ka
κα
vo
βo
βο

Ορισμός και σημασία του "cóncavo"στα ισπανικά

01

κοίλος, κυρτός προς τα μέσα

que está curvado hacia adentro como el interior de una esfera 
cóncavo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cóncavo
συγκριτικός βαθμός
más cóncavo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cóncavo
αρσενικό πληθυντικό
cóncavos
θηλυκό ενικό
cóncava
θηλυκό πληθυντικό
cóncavas
θεματικό πεδίο
geometría, superficie, forma
Παραδείγματα
La superficie es ligeramente cóncava. 

Η επιφάνεια είναι ελαφρώς κοίλη.

01

κοίλος, κοιλότητα

espacio hundido o ahuecado en una superficie 
el cóncavo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cóncavos
Παραδείγματα
Encontramos un cóncavo en la roca. 

Βρήκαμε ένα κοίλωμα στο βράχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store